Γνώση και τέχνημα: σκέψεις για τα "περίπου αντικείμενα" (quasi objets)

 

Δημήτρης Παπαλεξόπουλος

 

 

Η σκέψη για την αρχιτεκτονική ως τέχνημα που εντάσσει τις ψηφιακές τεχνολογίες διανύει ήδη την δεύτερη δεκαετία τοποθέτησης ερωτημάτων και διατύπωσης απόψεων[1]. Μπορεί πλέον να θεωρηθεί δεδομένο, ότι η αρχιτεκτονική υφίσταται δραστικές αλλαγές, που αφορούν όχι μόνο στα εργαλεία σχεδιασμού αλλά και στο ίδιο το αντικείμενό της. Επί πλέον, μια σημαντική σειρά κατασκευασμένων έργων επιτρέπει  την αξιολόγηση της πρακτικής αλλά και της αντιστοιχίας της με τις θεωρητικές κατασκευές που την στηρίζουν[2].

 

Είμαστε τελικά έτοιμοι να αποδεχτούμε μία αρχιτεκτονική με ασαφή όρια και ταυτότητα ή καλύτερα μια αρχιτεκτονική που συνεχώς επαναπροσδιορίζει τα όρια και την ταυτότητά της; Η γνώση χρήσης των τεχνολογιών της πληροφορίας στην αρχιτεκτονική πρέπει να στηρίζεται σε έναν κατά το δυνατόν σαφή ορισμό της ασάφειας και της μεταβολής, αλλοιώς μιλάμε για διάδοση τεχνικών και όχι για συγκρότηση τεχνολογίας;

 

 

Η αποσταθεροποίηση του αντικειμένου της αρχιτεκτονικής

 

Το αντικείμενο της αρχιτεκτονικής έχει πλέον αλλάξει ριζικά, αφού κάθε δραστηριότητα  που καλείται να στεγάσει η δημιουργία χώρου,  αναλύεται σε ένα μεταβαλλόμενο σύμπλεγμα δραστηριοτήτων που εξελίσσονται στον φυσικό χώρο και δραστηριοτήτων που αναπτύσσονται ταυτόχρονα στον ψηφιακό χώρο του διαδίκτυου ή και μέσω αυτού αλλού, σε άλλο τόπο. Ο Peter Anders θέτει από το 1997 την έννοια του cybrid χώρου, όπου μέρος των λειτουργιών συμβαίνει στον φυσικό χώρο και μέρος στο διαδίκτυο [3]. Ακόμα θα σημειώναμε την πρόσφατη μελέτη των Asymptote (Hanni Rashid και Lise- Anne Couture) για το Virtual Guggenheim, ενώ η μελέτη των ίδιων για το NYSE (New York Stock Exchange) αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ταυτόχρονου σχεδιασμού φυσικού και ψηφιακού χώρου[4]. Η διατύπωση του αρχιτεκτονικού προγράμματος για το αρχαιολογικό Μουσείου του Καίρου, προσφέρει ένα ισχυρό σύγχρονο παράδειγμα πρόσκλησης για την επίλυση ενός εξαιρετικά πολύπλοκου θέματος, όπου οι ψηφιακές τεχνολογίες καλούνται να συνδράμουν όχι μόνο για την δημιουργία νέας μορφής τρόπου παρουσίασης των εκθεμάτων, αλλά και να συνδέσουν το Καίρο με τις συλλογές και τους ερευνητές που βρίσκονται διασπαρμένοι σε όλο τον κόσμο.

 

Τα προηγούμενα παραδείγμα δείχνουν ότι το αρχιτεκτονικό πρόβλημα, όταν συναντά τις νέες τεχνολογίες, φαίνεται να αναζητά τον επαναπροσδιορισμό του και αυτό για δύο βασικούς λόγους:

1.       Από την μιά μεριά πρέπει να συλλάβει την σταδιακή αλλαγή που επιφέρουν οι νέες τεχνολογίες στις δραστηριότητες που πρέπει να στεγάσει και να απαντήσει με τον σχεδιασμό χώρων που επιτρέπουν την μετάβαση σε μια νέα κατάσταση πραγμάτων.

2.       Από την άλλη, πρέπει να λάβει υπ’όψη του ότι οι νέες / ψηφιακές τεχνολογίες μεταβάλλονται οι ίδιες και μάλιστα ραγδαία, δεν αποτελούν δηλαδή ένα σταθερό δεδομένο.

 

Η γνώση που πρέπει να αναπτυχθεί, δεν αφορά λοιπόν τόσο την χρήση των ψηφιακών τεχνικών, όσο την έλλογη συγκρότηση θεωρητικών και σχεδιαστικών εργαλείων που εντάσσουν αυτή την διπλή διάσταση, της μεταβλητότητας δηλαδή των δραστηριοτήτων και της ταυτόχρονης διαρκούς αλλαγής της ψηφιακής τεχνολογίας που συνδέεται με αυτή την μεταβλητότητα.

 

Αυτό που κατ’αρχήν παρατηρείται είναι μια «αποσταθεροποίηση» του σχεδιαστικού αντικειμένου της αρχιτεκτονικής. Οχι εξαφάνιση, αλλά παρουσία γκρίζων ζωνών και ασάφειας που εγκαλούν ιδέες μετασχημασχηματισμού του αντικειμένου πρός κατευθύνσεις, που δεν είναι  πάντα γνωστές. Είναι πιθανόν ότι, σε όλη την διάρκεια του σχεδιασμού, το αντικείμενο αλλάζει διαρκώς, ανάλογα με την σταδιακή ένταξη των νέων τεχνολογιών στην λογική και τον προγραμματισμό του μελλοντικού χρήστη: «Κατά την διάρκεια του σχεδιασμού, δεν βρεθήκαμε αντιμέτωποι μόνο με ένα πρόβλημα «ευελιξίας», με την έννοια που το ξέραμε μέχρι σήμερα, αλλά κυρίως με την πραγματικότητα της μετάβασης από μιά σημερινή κατάσταση πραγμάτων, όπου το κτίριο έπρεπε να λειτουργεί με συμβατικά δεδομένα, σε μία μελλοντική, όπου το κτίριο θα ενέτασσε τις νέες τεχνολογίες πληροφόρησης. Υπήρχε η αίσθηση ότι, σε αυτή την μετάβαση, το κτίριο εξαφανιζόταν, δημιουργώντας  απορία για την σχέση των νέων δεδομένων με την μορφή. Αυτό που έπρεπε να εφαρμοστεί, δεν ήταν απλώς ένα κτιριολογικό πρόγραμμα, αλλά ένα σενάριο πιθανών αλλαγών, όπου το εικονικό καταλάμβανε βαθμηδόν την θέση του πραγματικού και άλλαζε την ταυτότητα του κτιρίου»[5]. Ανάμεσα στο κτίριο-μηχανή (που υφίσταται μόνο αν τα μέρη του συσχετίζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτυγχάνεται η βέλτιστη απόδοση του συνόλου), και στο κτίριο-κόμβο σε δίκτυο (που υφίσταται μόνο μέσω του μέγιστου αριθμού διασυνδέσεων με όλους τους άλλους υπαρκτούς σήμερα  και μελλοντικούς κόμβους του δικτύου), προτείνεται λοιπόν το κτίριο-κέλυφος, υποδοχέας αλλαγών: Δηλαδή. ως τόπος συζήτησης και διευθέτησης των αντιφάσεων και των συγκρούσεων που προκύπτουν από την εφαρμογή των νέων τεχνολογιών, το κτίριο-κέλυφος οφείλει να παραπέμπει σε μία διακυβευόμενη συλλογικότητα, αντιμέτωπη με την μετάβαση και την αλλαγή[6].

 

Η ιδέα του να αντιμετωπιστεί η αποσταθεροποίηση και η μεταβολή ως αντικείμενο συλλογικής διαπραγμάτευσης, που όμως σχετίζεται άμεσα με στρατηγικές αρχιτεκτονικής μορφογένεσης, τοποθετείται σε μερική αντιδιαστολή με την άποψη του Gregg Lynn για “animated form” και σε συνάφεια με τις απόψεις του Labfac.[7] Ο Greg Lynn βλέπει την μεταβολή ως βασική παράμετρο της μορφοποίησης, που δίνει την δυνατότητα στον αρχιτέκτονα να διαμορφώσει ένα προσωπικό «στύλ», ενώ oι Nicolas Michelin και Finn Geipel ως πεδίο έντασης που στηρίζει μια σχετική απροσδιοριστία της μορφής.

 

Η εμμονή στην αποσταθεροποίηση του αντικειμένουν, στις μικρομεταβολές που υφίσταται  τα ήδη υπάρχοντα αντικείμενα μέσα από την ένταξη ψηφιακών τεχνολογιών, χωρίς φυγές πρός την σύλληψη μελλοντικών ανέκδοτων καταστάσεων, ήταν και η  βασική ιδέα μιας συμμετοχής σε διαγωνισμό αρχιτεκτονικών ιδεών για την βιβλιοθήκη στην κοινωνία της πληροφορίας[8]. Ο αρχιτέκτονας δεν σχεδιάζει απλά και μονοσήμαντα την βιβλιοθήκη του μέλλοντος, προσφέρει ταυτόχρονα ένα εργαλείο για τον συνεχή σχεδιασμό της.Δεν αρνείται βέβαια τον κεντρικό ρόλο του στην εφαρμογή αυτού του εργαλείου. Αυτό που σχεδιάζει κατ’αρχάς είναι την βιβλιοθήκη ως μία αφηρημένη μηχανή, που εν δυνάμει επιτρέπει διάφορες πραγματώσεις. Είναι φυσικό να θεωρείται πλέον η μεταβολή στο χρόνο από τις βασικές παραμέτρους του σχεδιασμού. Σε διάφορες χρονικές στιγμές το κτίριο παρουσιάζει διαφορετικές φυσιογνωμίες, που αντανακλούν την εξέλιξή του, τον βαθμό αποδοχής της κοινωνίας της πληροφορίας, τον τρόπο υποδοχής των αλλαγών, την εν γένει εξέλιξη της τεχνολογίας, την τοπικά αφομοιωμένη και ενεργό καινοτομία στον τομέα της πληροφορικής, τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες των χρηστών, τον τρόπο που βλέπουν να εντάσσεται η πληροφορική στην καθημερινότητα. Ο σχεδιασμός πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψη του το συνεχώς εξελισσόμενο πλέγμα αυτών των παραμέτρων[9]

 

Το «περίπου» αντικείμενο.

 

Η ένταξη λοιπόν της αστάθειας, ασάφειας και μεταβολής, στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, στην διαμόρφωση της συνείδησης του κτισμένου χώρου, στην εξέλιξη των δραστηριοτήτων σε σχέση με τον  χώρο, αρχίζει συγκεντρώνει το ενδιαφέρον ενώ η  διερεύνησή της τροφοδοτεί την γνώση χρήσης και ένταξης των νέων τεχνολογιών.  Η ιδέα ότι το  αποσταθεροποιημένο αντικείμενο της αρχιτεκτονικής πρακτικής μπορεί να περιγραφεί ως  «περίπου» αντικείμενο βοηθά πρός την κατεύθυνση συγκέντρωσης θεωρητικών προβληματισμών και αποδεσμεύει ενδιαφέρουσες δυνατότητες  πρακτικής[10].

 

Ο θεωρητικός έλεγχος και η συγκρότηση της έννοιας του περίπου αντικειμένου θα συναντήσει στην πορεία του μια σειρά από συγγενείς απόψεις, θα σχετιστεί κριτικά μαζύ τους, θα υπογραμμίσει συνάφειες και διαφορές. Αν και μια τέτοια αναφορά ξεπερνά τα όρια του παρόντος, θα ήταν ωστόσο σκόπιμο να δοθεί μια μικρή ένδειξη του φάσματος, που καλύπτει και άλλες περιοχές εκτός αρχιτεκτονικής. Είναι δυνατόν να αναφερθεί κανείς στην έννοια της «ασθενούς μορφής» (weak form), που προβάλλει ο Peter Eisenman[11], αλλά και των «σχεδόν σχημάτων» (near figures), που διαπιστώνει ο Jeffrey Kippnis, όταν αναλύει το έργο του Peter Eisenman[12], στην έννοια  του επαναλαμβανόμενου αλλά και πρόσκαιρου αντικειμένου (objet temporel) του  Bernard Stiegler[13], όταν αναλύει την επίδραση των νέων τεχνολογιών στα μέσα επικοινωνίας, του αντικειμένου – σχέση, που μεταβάλλεται διαρκώς μέσα από την διαδραστικότητα, του JeanLouis Boissier[14], την διάλυση - διάσπαση του αντικειμένου στο περιβάλλον, όπως παρουσιάζεται  σε μια μεγάλη σειρά θεωρητικών παρεμβάσεων στο συνέδριο του Archilab το 2002[15], το σχήμα, όχι ως σταθερή περιγραφή του αντικειμένου αλλά ως μεταβαλλόμενες «στιγμές έντασης», που προτείνει ο Stan Allen[16]. Ακόμα μπορεί να γίνει αναφορά στα «μοναδικά αντικείμενα» (objets singuliers) των Jean Nouvel και Jean Baudrillard[17].  Ενα κοινό χαρακτηριστικό αυτών των απόψεων είναι ότι η οπτική γωνία μέσα από την οποία συγκροτούνται, εντάσσει σε σημαντικό βαθμό την κριτική άποψη για την επίδραση της κοινωνίας της πληροφορίας στο αντικείμενό τους.

 

Διατυπώνεται ακόμα η υπόθεση, ότι σύμφωνα με τρέχουσες εξελίξεις και μετατοπίσεις ενδιαφέροντος στην ίδια την περιοχή της πληροφορικής, το  «περίπου αντικείμενο»,  θα ήταν δυνατόν να συνδεθεί επιχειρησιακά με την πρόσφατη ανάπτυξη της “ambient intelligence” (συλλογές τεχνημάτων που αλληλεπιδρούν ψηφιακά)[18] ενώ οι «mobile agents» ορίζονται επίσης, από την ψηφιακή τεχνολογία, ως «δρώντα επί μέρους  (ψηφιακά) υποκείμενα»[19]. Ιδιαίτερα η κατεύθυνση της «εξαφάνισης του υπολογιστή» (DC: Disappearing Computer), στενά συσχετισμένη με την ιδέα της περιρρέουσας υπολογιστικής ισχύος, μας δίνει ένα σχετικά πρόσφατο, γόνιμο, πεδίο για να σκεφτούμε την έννοια του περίπου αντικειμένου: Αν η αποσταθεροποίηση του αντικειμένου, που ευρίσκεται στη βάση της πρότασης για την εισαγωγή στο θεωρητικό πεδίο της έννοιας του «περίπου» αντικειμένου, προέρχεται από μια αποσταθεροποίηση της σχέσης δραστηριότητας και μορφής, ο «εξαφανισμένος υπολογιστής»  υποστηρίζει δραστικά αυτή την  τελευταία αποσταθεροποίηση. Ο χώρος καταλαμβάνεται ή απαρτίζεται από τεχνήματα, που έχουν εντεταγμένη ψηφιακή / υπολογιστική ικανότητα με δυνατότητα να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους με ποικίλους τρόπους, δημιουργώντας ένα ανοικτό και προσαρμοζόμενο σύστημα. Τα ίδια τα αντικείμενα αποσταθεροποιούνται, γιατί δεν αντικαθίστανται με νέα, ριζικά διαφορετικά, αλλά γιατί η υπολογιστική ισχύς εντάσσεται στα παλαιά, ενεργοποιώντας νέες δυνατότητές ή αυξάνοντας παλαιές, προκαλώντας μικρομεταβολές της ήδη γνωστής μορφής τους. Συγχρόνως, τα τεχνήματα δημιουργούν διαρκώς μεταβαλλόμενες ομάδες, που επικοινωνούν μεταξύ τους αλλά και με αντικείμενα και ομάδες αντικειμένων εκτός του χώρου όπου αυτά ευρίσκονται. Με αυτή την έννοια συγκροτείται μια διαρκώς μεταβαλλόμενη ταυτότητα των δραστηριοτήτων και κατά συνέπεια του χώρου που τις στεγάζει. Επίσης τα όρια του χώρου διαρκώς μεταβάλλονται.

 

Ωστόσο, το περίπου αντικείμενο (quasi objet), βρίσκεται κριτικά ως έννοια κυρίως στον Michel Serres  και στον Bruno Latour και στη συνέχεια στον Brian Massumi, που με τη σειρά του προωθεί εκ παραλλήλου την ιδέα του «εν μέρει υποκειμένου» (sujet partiel)[20].  H ιδέα της δημιουργίας τοπικών συλλογικών υποκειμένων γύρω από αντικείμενα - καταλύτες[21],  μπορεί να αντιστοιχεί στην οπτική γωνία που βλέπει τον μεταβαλλόμενο μέσα από τις ψηφιακές τεχνολογίες χώρο ως τόπο συγκρότησης συλλογικότητας. Με αυτή την έννοια είναι δυνατόν να δούμε τον υβριδικό χώρο ως πεδίο έντασης, πεδίο ασταθούς ισσοροπίας δυνάμεων.

 

Τα τεχνικά αντικείμενα χάνουν πλέον τον αυτόνομο χαρακτήρα τους. Τα χαρακτηριστικά τους προσδιορίζονται περισσότερο από την θέση τους στο δίκτυο, η λειτουργικότητά τους εξαρτάται από την λειτουργικότητα του δικτύου, η τοπικότητά  τους είναι η τοπικότητα ενός τερματικού[22]. Το βασικό χαρακτηριστικό των λειτουργιών και  ευρύτερα των κοινωνικών πρακτικών είναι πλέον ότι διασπώνται σε μία πληθώρα κόμβων. Η συγχρονικότητά τους δεν σημαίνει αναγκαστικά την συνύπαρξή τους στον ίδιο τόπο. Ο νέος λειτουργισμός εστιάζεται στην διαχείριση της πληροφορίας μεταξύ των κόμβων, τον ενδιαφέρει περισσότερο ο “χώρος ροών” (της πληροφορίας), παρά ο “χώρος των τόπων”[23]. Το “επικοινωνιακώς πράττειν” καθορίζει τα πλαίσια μέσα στα οποία κινείται η εμπειρία και έτσι ο “τόπος” υποτάσσεται στην επιχειρησιακότητα του δικτύου. Ο ορίζοντας της επικοινωνίας είναι η “επικοινωνία χωρίς αντικείμενο” (με την διπλή έννοια του όρου αντικείμενο), ενδιαφέρει η συντήρηση των διασυνδέσεων και όχι το περιεχόμενο των κόμβων[24]. Ακόμα περισσότερο, καθώς έχουμε περάσει από την κοινωνία της κατανάλωσης στην κοινωνία της πληροφορίας, αναρωτιόμαστε αν δεν είμαστε μάρτυρες της μετατόπισης της προσοχής από τον χειρισμό της εικόνας και της αναπαράστασης στον χειρισμό οντολογιών. Η εικονική πραγματικότητα, μπορεί να στηρίζεται ακόμα στην εικόνα και το βλέμμα, στην ουσία όμως προτείνει την δημιουργία νέων οντοτήτων[25].

Από τη διαχείριση της εικόνας στην διαχείριση της οντολογίας, από την ενότητα του  αντικειμένου στην εξαφάνισή του, από το βιβλίο - τόπος που τείνει να συγκροτήσει και να παγιώσει το νόημα, στην γραφή - υπερκείμενο με τον πολλαπλασιασμό των κατευθύνσεων και την ανεξέλεγκτη απροσδιοριστία του νοήματος[26], όλα αυτά τα σημάδια μεταβολών προκαλούν την ανέγερση θεωρητικών κατασκευών με την μορφή  συλλογισμών που να μην νοιάζονται αν είναι σωστοί ή λάθος. Η μόνη τους φιλοδοξία είναι να είναι χρήσιμοι. Οι θεωρητικές αυτές κατασκευές έχουν κατόψεις ευέλικτες, που επιτρέπουν στους χρήστες να τις οικειοποιηθούν, να τις αλλάξουν, να τις μεταβάλλουν σε κατευθύνσεις που δεν είχε προβλέψει ο σχεδιασμός τους[27]. Ακόμα, δεν δημιουργούνται εκ του μηδενός, χρησιμοποιούν παλαιά και νέα υλικά, πρόκειται για επεμβάσεις στο ήδη υπάρχον, ανέγερση επάνω σε έδαφος που ήδη έχουμε περπατήσει, θεωρώντας το αμετάβλητο, μέχρι που η νέα κατασκευή να του δώσει μία νέα ταυτότητα.

 

Ο σχεδιασμός τεχνημάτων αλλά και ιδιαίτερα η αρχιτεκτονική, καλούνται να συμφιλιωθούν με την ιδέα του συνεχούς επαναπροσδιορισμού των ορίων και της ταυτότητάς τους. Πρέπει να προτείνουν σχήματα, λειτουργικά διαγράμματα, μορφές, που να μην αποφεύγουν  την ασάφεια και την αστάθεια. Χωρίς να εμπλέκονται σε μελλοντολογίες σχετικές με την εφαρμογή των νέων τεχνολογιών, πρέπει να αποδέχονται την κίνηση των πραγμάτων, να προτείνουν την πάντα προσωρινή σύνθεση σταθερών και εξελισσόμενων στοιχείων, να προσφέρουν τον τόπο, όπου διεξάγεται η έντονη συζήτηση που οδηγεί σε νέους συσχετισμούς. Δεν αναζητάμε ένα προσχεδιασμένο σύστημα ανταπόκρισης σε κάθε πιθανή μελλοντική αλλαγή, ούτε αναφερόμαστε σε μια χωρίς μορφή αρχιτεκτονική, αλλά για μια μεταβαλλόμενης γεωμετρίας αρχιτεκτονική, που αποδέχεται ότι είναι δυνατόν να αποκτήσει μορφές και να στεγάσει λειτουργίες, που ο αρχικός σχεδιασμός δεν είχε προβλέψει. Ακόμα περισσότερο, θα πρέπει να προκαλεί αυτού του είδους τις μεταβολές. Πρόκειται για χώρους, που ενώ έχουν ταυτότητα, βρίσκονται συνεχώς σε διαθεσιμότητα μεταβολής της.

Η απειρία των προβλέψιμων ή όχι μικρομεταβολών του “περίπου αντικειμένου”,  είναι μία από τις ενδείξεις ότι είμαστε ήδη μέσα στη διευρυμένη ζώνη μετάβασης.

Η ενδιάμεση πόλη είναι η πόλη της εικονικής πραγματικότητας, όχι με την έννοια της “εικονικής αναπαράστασης”, όπως την έχουμε συνηθίσει μέχρι σήμερα, αλλά με την έννοια της ανάπτυξης ενός ασταθούς σώματος εν δυνάμει καταστάσεων που είναι δυνατόν να πραγματωθούν[28]. Αν αναζητούμε τον νέο τόπο της αρχιτεκτονικής είναι πιθανόν ότι πρέπει να στραφούμε στο “μέσον”[29], σε όλους τους δυνατούς ενδιάμεσους τόπους, όπου παρατηρούμε να αναπτύσσεται η μεγαλύτερη επιτάχυνση των μεταβολών.

 



[1] Εκτός από τις εκδόσεις του MIT Press, την σειρά πρακτικών συζητήσεων του ANY Magazine, τα αφιερώματα του Architectural Design, με κρίσιμο το «Folding In Architecture” το 1993, θα σημειώναμε μεταξύ πολλών άλλων την σειρά του εκδοτικού οίκου Birkhauser με τιτλο “The IT Revolution in Architecture”.

[2] Θα σημειώναμε πρός αυτή την κατεύθυνση την έκθεση BlobmeisterDigital/Real, που έγινε στο DAM το 2001: Peter Cachola Schmal ed., BlobmeisterDigital/Real, Birkhauser / DAM, Basel, 2001.

Τα εργαλεία σχεδιασμού μεταβάλλονται, αφού οι ψηφιακές τεχνολογίες εμπλέκονται στην ίδια την διαδικασία σχεδιασμού με την εν δικτύω σύνδεση όλων όσων συμμετέχουν σε αυτή. Πολύ περισότερο από την απλή εφαρμογή προγραμμάτων CAD, η διαδικτυακή σύνδεση παραγόντων που έχουν πλέον αποδεχτεί την αυτονομία τους (σχεδιασμός, παραγωγή, κατασκευή, χρήση) ανοίγει ένα ευρύ πεδίο προβληματισμών και συσχετισμών, χωρίς άμεσα ορατά όρια και ενότητα: S. Pollalis, «CAO et communication en reseau», Techniques et Achitecture, νο 445, octobrenovembre 1999, σ. 46-49.

[3] Από τους πρώτους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς στο διαδίκτυο, το 1997, ο διαγωνισμός της ACADIA, Libraries in the Information Age, μέσα από ένα κείμενο του (www.acadia.org )..

[4] Peter Cachola Schmal ed., Blobmeister – Digital/Real, Birkhauser / DAM, Basel, 2001, σ. 80-89.

[5] Δ.Παπαλεξόπουλος, «Το κτίριο που διαφεύγει», Αρχιτεκτονικά Θέματα, 31/1997, σ. 34.

[6] Ibid σ. 35.

[7] Geipel Finn, Michelin Nicolas, LABFAC Laboratory for Architecture, Supplementaires, Centre Georges Pombidou, Paris, 1998

[8] Διεθνής διαγωνισμός που οργάνωσε η ACADIA (Association for Computer Aided Design in Architecture), το 1997 με θέμα  “ Η Βιβλιοθήκη στην Εποχή της Πληροφορίας”, είχε ως στόχο μία ευρεία παραγωγή απόψεων για την μελλοντική μορφή που θα έχουν οι Βιβλιοθήκες. (www.acadia.org ) Στον διαγωνισμό αυτό, την τρίτη θέση μεταξύ 650 συμμετοχών, κατέκτησε η πρόταση της ομάδας των αρχιτεκτόνων Μπίλυ Γιαννούτσου, Ελένης Λεβαντή, Σόνιας Μαυρομμάτη, Κλέας Μοριανού, Δημήτρη Ρότσιου, Αθηνάς Σταυρίδου, Νατάσσας Φουσκοκολάκη, Αγγελου Ψιλόπουλου και του επικ. Καθηγητή του ΕΜΠ Δημήτρη Παπαλεξόπουλου.

[9] Δ.Παπαλεξόπουλος, «Η βιβλιοθήκη στην εποχή της πληροφορίας», Building, No 19, σ. 180-182.

[10] Στον κόμβο  www.ntua.gr/archtech υπάρχουν τα θέματα,προβληματισμοί και ερευνητικές – θεωρητικές εργασίες των 4 τελευταίων ετών του μεταπτυχιακού μαθήματος «Τεχνολογίες αιχμής και αρχιτεκτονική», του Τμήματος Αρχιτεκτόνων του Ε.Μ.Π., όπου έχουν θιγεί  ζη΄τηματα που αφορούν στις Βιβλιοθήκες, στα Μουσεία, στο Πανεπιστήμιο, στην κινητικότητα στην εποχή της Πληροφορίας.

[11] Peter Eisenman, Diagram Diaries, Thames and Hudson, 1999.

[12] Jeffrey Kippnis, “Τowards a New Architecture”, Folding In Architecture, Architectural Design,  1993, σ. 41-49

[13] Bernard Stiegler, “L’hyperindustrialisation de la culture et le temps des attrape-nigauds”, Art press, L’Art et la Toile, no hors serie, nov 99, σ. 41-62.

[14] Jean louis Boissier, “La perspective interactive”, Autres sites, Nouveaux pasysages, Revue d’Esthetique, No 39, 2001, σ. 41-48.

[15] Αναφέρουμε μεταξύ άλλων την παρέμβαση του Manuel Gausa, «L’architeture est (maintenant) geographie”, Archilab – Orleans 2002, 2002, σ. 40-43.

[16] Stan Allen, “From Object to Field”, Architecture after Geometry, Architectural Design, 1997, σ. 24-31.

[17] Jean Baudrillard, Jean Nouvel, Les objets singuliers, ed Calman-Levy, Paris, 2000.

[18] βλ. http://www.i3net.org/

[19]βλ.  mobile agents: http://agent.cs.dartmouth.edu/, mobile agents, talking in circles: http://www.media.mit.edu/~royrod/projects/TIC/ , mobile agents, mobility modeling: http://research.microsoft.com/~bahl/papers/pdf/jsac98.pdf , Fundamental Challenges in Mobile Computing: http://www-2.cs.cmu.edu/afs/cs/project/coda/Web/docdir/podc95.pdf.

[20] Brian Massumi, “L΄economie politique de l’appartenance et la logique de la relation”, Gilles Deleuze, ed. Vrin, Paris 1998, σ. 119-140.

[21] Ibid, σ. 122

[22] A.Picon, La ville, territoire des cyborgs, Les Editions de l’Imprimeur, Paris, 1998, σ.62.

[23] Μεταφράζεται με αυτούς τους όρους η αντίθεση μεταξύspace of flows  και “space of places”, που αναφέρεται στο  M.Castells, The rise of information society, Blackwell Publishers, Oxford 1996.

[24] H-P. Jeudi, La communication sans objet, La lettre vollée, Paris, 1994.

[25] F.Dyson, “Space, Being, and other fictions in the domain of the virtual”, The Virtual Dimension, Princeton Architectural Press, New York 1998, σ. 31.

[26] Εισήγηση του Θ. Γεωργίου “Η γραφή και το βιβλίο κατά τον 21ο αιώνα” στο συνέδριο “Τα νέα μέσα επικοινωνίας  (mediaspheres), η γραφή και το βιβλίο στον 21ο αιώνα”, Ολυμπία, Ιούλιος 1999.

[27] J. Rajchman, Constructions, MIT Press, 1997.

[28] Η αναφορά στους όρους “εν δυνάμει” (virtual) πραγματικότητα και “πραγματωμένο”(actual) στα πλαίσια της κοινωνίας της πληροφορίας, στηρίζεται στον P.Levy, Quest-ce que le virtuel, La Decouverte, Paris 1998 και φυσικά κατ’επέκταση στους G.Deleuze και F.Guattari. Σύμφωνα με αυτές τις αναφορές το πραγματωμένο εφευρίσκει μία λύση στο πρόβλημα που θέτει το εν δυνάμει (εικονικό) και ταυτόχρονα το επαναπροσδιορίζει ως πρόβλημα. Μία ενδιαφέρουσα σημείωση είναι ότι το “εν δυνάμει” (εικονικό) είναι τόσο “πραγματικό” όσο και το πραγματωμένο και ότι το ένα δεν προηγείται του άλλου.

[29] Gary Genosko, “The acceleration of transversality in the middle”, Hypersurface architecture, Architectural Design Profile No 13, σ. 32-37.